Inicio > Term: ανεμογεννήτρια
ανεμογεννήτρια
Μια συσκευή για τη μετατροπή αιολική ενέργεια σε μηχανική (ανεμόμυλος) ή ηλεκτρική ενέργεια.
- Parte del discurso: noun
- Industria/ámbito: Tiempo atmosférico
- Categoría: Meteorología
- Company: AMS
0
Creador
- Αλεξανδρος
- 100% positive feedback
(Thessaloniki, Greece)