Inicio > Term: Στοχαστική εφέ
Στοχαστική εφέ
Φαινόμενο που αφορούν ή που προκύπτουν από την ευκαιρία και ως εκ τούτου, υπακούοντας νομοθεσιών των πιθανοτήτων.
- Parte del discurso: noun
- Industria/ámbito: Biología; Química
- Categoría: Toxicología
- Company: National Library of Medicine
0
Creador
- Αλεξανδρος
- 100% positive feedback
(Thessaloniki, Greece)