Inicio > Term: Ακτινοβολούμενη ισχύς
Ακτινοβολούμενη ισχύς
Δύναμη που εκπέμπονται, να μεταφέρονται ή να λάβει ως ακτινοβολία.
- Parte del discurso: noun
- Industria/ámbito: Biología; Química
- Categoría: Toxicología
- Company: National Library of Medicine
0
Creador
- eumelia.ganis
- 100% positive feedback
(Larissa, Greece)