Inicio >  Term: protrusible
protrusible

Δυνατότητα να protruded, εκτεταμένη ή ώσης, π.χ., η γλώσσα ή το jaws σε μερικά ψάρια.

0 0

Creador

  • Golgotha
  •  (V.I.P) 30507 puntos
  • 100% positive feedback
© 2025 CSOFT International, Ltd.