Inicio > Term: σφάλμα
σφάλμα
Η κατάσταση ενός στοιχείου που χαρακτηρίζεται από αδυναμία να εκτελέσει μια απαιτούμενη λειτουργία, εκτός από την αδυναμία του, κατά τη διάρκεια της προληπτικής συντήρησης ή άλλων προγραμματισμένων δράσεων, είτε της έλλειψης εξωτερικών πόρων.
- Parte del discurso: noun
- Industria/ámbito: Seguridad contra incendios
- Categoría: Prevención y protección
- Company: NFPA
0
Creador
- eumelia.ganis
- 100% positive feedback
(Larissa, Greece)