Inicio > Term: μετουσίωση
μετουσίωση
1. Προσθήκη μεθανόλη, ακετόνης ή άλλες κατάλληλες χημικές στην αλκοόλη να τα καθιστούν ακατάλληλα για κατανάλωση.
2. Αλλαγή στη μοριακή δομή των πρωτεϊνών έτσι ώστε δεν είναι δυνατό να λειτουργούν κανονικά, συχνά που προκαλούνται από τη διαίρεση της υδρογονικοί δεσμοί ύστερα από έκθεση σε αντιδραστική ουσιών ή θερμότητας.
- Parte del discurso: noun
- Industria/ámbito: Biología; Química
- Categoría: Toxicología
- Company: National Library of Medicine
0
Creador
- Khrysaor
- 100% positive feedback