Inicio > Term: στέμμα
στέμμα
Της περιοχής στη βάση του κορμού των δημητριακών και κτηνοτροφικά είδη από τα οποία προκύπτουν μηχανήματα αρόσεως ή υποκαταστήματα. Στα ξυλώδη φυτά, το ριζικό στέλεχος σύνδεσης. Στη δασοκομία, την κορυφαία τμήματα του δέντρου.
- Parte del discurso: noun
- Industria/ámbito: Biotecnología
- Categoría: Genetic engineering
- Organization: FAO
0
Creador
- Golgotha
- 100% positive feedback