Inicio > Term: δεσμευθεί αλλαγή
δεσμευθεί αλλαγή
Μια αλλαγή που δεν υποστηρίζεται σε περίπτωση βλάβης. Αλλαγές που επέφερε μια λογική μονάδα εργασίας (LUW) δεσμεύονται, όταν ολοκληρωθεί το σημείο συγχρονισμού στο τέλος του το LUW.
- Parte del discurso: noun
- Industria/ámbito: Software
- Categoría: Servicios de globalización de software
- Company: IBM
0
Creador
- Αλεξανδρος
- 100% positive feedback
(Thessaloniki, Greece)