Inicio > Term: αναιμία
αναιμία
Η κατάσταση που υπάρχει σε μείωση του αριθμού των ερυθρών αιμοσφαιρίων ή ποσό αιμοσφαιρίνης, ανά μονάδα όγκου του αίματος κάτω από το διάστημα αναφοράς για παρόμοια ατομική των ειδών υπό εξέταση, προκαλώντας συχνά pallor και από την κόπωση.
- Parte del discurso: noun
- Industria/ámbito: Biología; Química
- Categoría: Toxicología
- Company: National Library of Medicine
0
Creador
- eumelia.ganis
- 100% positive feedback
(Larissa, Greece)