Inicio > Term: λοιμογόνου δράσεως
λοιμογόνου δράσεως
Ο βαθμός της ικανότητα ενός οργανισμού να προκαλέσουν ασθένειες. Τη σχετική μολυσματικότητα ένα βακτήριο ιό, ή την ικανότητά του για να κάμψει τις αντιστάσεις του μεταβολισμού υποδοχής.
- Parte del discurso: noun
- Industria/ámbito: Biotecnología
- Categoría: Genetic engineering
- Organization: FAO
0
Creador
- Αλεξανδρος
- 100% positive feedback
(Thessaloniki, Greece)