Inicio > Term: μάζα εκρηκτικότητά
μάζα εκρηκτικότητά
Ταυτόχρονη έκρηξης ή έκρηξη και το συνολικό ποσό ή ένα σημαντικό ποσό ποσότητας εκρηκτικό υλικό που προκλήθηκε από την έκρηξη της μονάδας ή μέρος των εκρηκτικών υλών.
- Parte del discurso: noun
- Industria/ámbito: Seguridad contra incendios
- Categoría: Prevención y protección
- Company: NFPA
0
Creador
- Andreas
- 100% positive feedback
(Larissa, Greece)