Inicio > Term: ακεραιότητα
ακεραιότητα
Ο βαθμός στον που ένας σιγαστήρας ή στοιχείο που αποτρέπει μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση ή τροποποίηση της, προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών ή δεδομένων.
- Parte del discurso: noun
- Industria/ámbito: Ordenador; Software
- Categoría: Software engineering
- Organization: IEEE Computer Society
0
Creador
- Αλεξανδρος
- 100% positive feedback
(Thessaloniki, Greece)